Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Τα θαύματα του Αγίου Γεωργίου!




Αναφερόμαστε παρακάτω σε έξι από τα πολλά θαύματα του Αγίου Γεωργίου, του μεγαλομάρτυρα και τροπαιοφόρου Αγίου της Ορθόδοξης χριστιανικής πίστης: 

α) Η μεταφορά της κολόνας
Μια γυναίκα αγόρασε μια κολόνα. Δεν μπορούσε να τη στείλει στη Ρώμη όπου κτιζόταν μια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Είδε λοιπόν στο όνειρό της τον Άγιο που μαζί της σήκωσε την κολόνα και την έριξαν στη θάλασσα. Η κολόνα βρέθηκε στη Ρώμη με μια επιγραφή και τοποθετήθηκε στο δεξί μέρος της εκκλησίας.

β) Σωτηρία ενός αιχμαλώτου στρατιώτη
Στην Παμφλαγονία του Πόντου τιμούσαν πολύ τον Άγιο και μάλιστα είχαν κτιστεί προς τιμή του πολλοί ναοί. Όλοι τιμούσαν τον Άγιο τόσο ώστε κάθε οικογένεια να δίνει το όνομα του σ' ένα από τα αρσενικά παιδιά της. Τούτο συνέβη και σε μια ευσεβή οικογένεια. Μεγάλωσε το παιδί της που ήταν φρόνιμο, ηθικό, συνετό, και όταν έγινε είκοσι χρονών τον κάλεσαν στον στρατό. Στις μάχες που έγιναν εναντίον των βαρβάρων, πολλοί χριστιανοί μεταξύ των οποίων και ο νεαρός Γεώργιος, έπεσαν σε ενέδρα και από αυτούς άλλους έσφαξαν, άλλους έκαμαν υπηρέτες και άλλους πούλησαν ως δούλους. Ο Γεώργιος έγινε υπηρέτης κάποιου αξιωματικού που τον εκτίμησε πολύ.Οι γονείς του Γεωργίου για ένα ολόκληρο χρόνο πενθούσαν και έκλαιγαν απαρηγόρητοι για το χαμένο τους παιδί. Καθημερινά πήγαιναν στην εκκλησία και γονατιστοί παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους φανερώσει τι απέγινε το αγαπημένο τους παιδί.

Αλλά και ο Γεώργιος από την εξορία του προσευχόταν στον Θεό να τον απαλλάξει από την σκλαβιά και να τον αξιώσει να συναντηθεί με τους αγαπημένους του γονείς. Πέρασε λοιπόν ένας χρόνος από τότε που εξαφανίστηκε. Έφθασε μάλιστα και η γιορτή του Αγίου και οι γονείς που πάντα είχαν την ελπίδα ότι το παιδί τους ζει, κάλεσαν τους συγγενείς τους για δείπνο.

Εκείνη την ημέρα ο αξιωματικός του Γεωργίου, του ζήτησε να του πλύνει τα πόδια πριν από το φαγητό. Ο Γεώργιος πήγε να ζεστάνει νερό. Όλη την ημέρα ο Γεώργιος έκλαιγε και παρακαλούσε τον Άγιο του που γιόρταζε να τον ελευθερώσει και να τον οδηγήσει κοντά στους γονείς του. Μόλις το νερό έβρασε και το ετοίμασε για τον αφέντη του, παρουσιάστηκε μπροστά του ο Άγιος έφιππος σ' ένα άσπρο άλογο και αφού ανέβασε τον νέο σ' αυτό, αμέσως τον έφερε στο σπίτι του την ώρα που βρίσκονταν όλοι οι καλεσμένοι στο τραπέζι. Έμειναν τότε όλοι έκθαμβοι και όταν εκείνος τους διηγήθηκε το θαύμα με κάθε λεπτομέρεια, γεμάτοι χαρά δόξασαν όλοι τον Θεό.

γ) Η επιστροφή του γιου της χήρας
Στη Μυτιλήνη ήρθαν πειρατές από την Κρήτη για να κλέψουν, να λεηλατήσουν και να αιχμαλωτίσουν όσο το δυνατό περισσότερους μπορούσαν. Σκέφθηκαν λοιπόν, να κάνουν την επιδρομή τους την ημέρα της γιορτής του Αγίου Γεωργίου που όλοι θα βρίσκονταν συγκεντρωμένοι στην εκκλησία. Πραγματικά οι κουρσάροι έκαναν την επίθεσή τους και μεταξύ αυτών που αιχμαλώτισαν ήταν και ένας πολύ ωραίος νέος, ο γιος μιας πλούσιας χήρας. Οι κουρσάροι τον χάρισαν στον Αμιράν της Κρήτης που τον έβαλε υπηρέτη της τράπεζάς του.

Η μάνα του, από τη στιγμή που χάθηκε ο γιος της έκλαιγε και παρακαλούσε τον Θεό και τον Άγιο να της φανερώσει το χαμένο της παιδί. Ο μεγαλομάρτυρας Γεώργιος δεν άργησε να ικανοποιήσει την επιθυμία της πονεμένης μάνας. Ενώ λοιπόν ο νέος ετοιμαζόταν να προσφέρει κρασί στον Αμιράν, ο Άγιος Γεώργιος τον άρπαξε και τον μετέφερε στη μάνα του. Οι δυο τους δεν πίστευαν στα μάτια τους. Όταν συνήλθαν, δόξασαν τον Θεό και τον Άγιο για την απελευθέρωση του γιου.

δ) Ευεργέτης, αλλά και τιμωρός
Στην Παμφλαγονία υπήρχε ένας μεγάλος ναός προς τιμή του Αγίου Γεωργίου. Στην πλατεία του ναού τα παιδιά έπαιζαν διάφορα παιχνίδια. Ένα από τα παιδιά αυτά δεν μπορούσε να νικήσει σε κανένα από τα πολλά αγωνίσματα, γι' αυτό τα άλλα τον ειρωνεύονταν και τον περιγελούσαν. Τότε στράφηκε προς την εικόνα του Αγίου Γεωργίου και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να νικήσει και υποσχέθηκε ότι θα του προσφέρει ένα σφουγγάτο, δηλαδή φαγητό από αυγά τηγανισμένα με κρεμμύδια και μυρωδικά.

Μόλις έκανε το τάξιμο, άρχισε να παλεύει με τα άλλα παιδιά και τα νίκησε. Αμέσως πήγε στο σπίτι του και μόνος του έφτιαξε το σφουγγάτο και το έβαλε μπροστά στην εικόνα του Αγίου. Ύστερα από λίγη ώρα έφθασαν εκεί τρεις νέοι για να προσκυνήσουν και μόλις είδαν το σφουγγάτο, σκέφτηκαν να το φάνε. Είπαν μεταξύ τους: «Τι τα θέλει αυτά ο Άγιος; Μήπως πρόκειται να τα φάει;» Κάθισαν λοιπόν και έφαγαν το σφουγγάτο στα σκαλοπάτια της εκκλησίας. Όταν θέλησαν να φύγουν δεν μπορούσαν να σηκωθούν, καθώς είχαν κολλήσει στα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Έκαναν τότε "φτηνά" τάματα στον Άγιο για να ξεκολλήσουν, αλλά τίποτα. Όταν έκαναν ακριβό τάμα, να δώσει ο καθένας από ένα φλουρί, τότε μόνο μπόρεσαν να ξεκολλήσουν και ν' απελευθερωθούν. Μόλις βγήκαν από την εκκλησία και πήραν θάρρος, είπαν προς τον Άγιο: «Άγιε Γεώργιε, τα σφουγγάτα σου είναι πολύ ακριβά, γι' αυτό και εμείς δεν θα ξαναγοράσουμε τίποτα από εσένα».

ε) Τιμωρία του Σαρακηνού
Κάποιος Σαρακηνός ταξιδιώτης (ανψιός του βασιλιά της Συρίας), όταν είδε τη θαυμάσια εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, διέταξε τους υπηρέτες του να μεταφέρουν τις αποσκευές τους και να τις βάλουν στο νάρθηκα της εκκλησίας, επειδή θα έμεναν εκεί για να ξεκουραστούν και ύστερα να συνέχιζαν το δρόμο τους. Απαίτησε να βάλουν και τις δώδεκα καμήλες μέσα στην εκκλησία. Οι ιερείς της εκκλησίας τον παρακάλεσαν να μην βεβηλώσει την εκκλησία τους, αλλά αυτός επέμενε και ανέβηκε σ' ένα ψηλό σημείο του ναού για να τις παρακολουθεί. Όταν τις οδήγησαν λοιπόν στην εκκλησία, αμέσως πέθαναν όλες. Τότε το θαύμα διαδόθηκε, ο δε Σαρακηνός εντυπωσιάσθηκε και ζήτησε να τις βγάλουν έξω και να τις θάψουν. Έμεινε στην εκκλησία μέχρι το πρωί που ήλθε ο ιερέας για να λειτουργήσει. Στη διάρκεια της λειτουργίας, την ώρα της μετουσίωσης των τιμίων δώρων, ο Σαρακηνός είδε όραμα πως ο ιερέας αφού πήρε στα χέρια του ένα μικρό παιδί, το έσφαξε και το αίμα του χύθηκε στο Άγιο ποτήρι και το σώμα του αφού το έκοψε σε μικρά κομμάτια το έβαλε στο ιερό δίσκο. Όταν τέλειωσε το κοινωνικό και είδε ο Σαρακηνός τον ιερέα να μεταδίδει στο λαό τις σάρκες και το αίμα του παιδιού, θύμωσε πολύ. Ύστερα από αυτό ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες και να πάρει εξηγήσεις. Ο ιερέας του εξήγησε σχετικά με τη Θεία Ευχαριστία και του είπε πως αξιώθηκε να δει ένα όραμα που μόνο οι μεγάλοι πατέρες έχουν δει. «Εγώ δεν αξιώθηκα ποτέ να δω το φρικτό αυτό Μυστήριο και μόνο άρτο και κρασί βλέπω», του είπε ο ιερέας. Εξήγησε κατόπιν στον Σαρακηνό άρχοντα το θαυμαστό μυστήριο. 
Τότε ο Σαρακηνός θέλησε να βαπτισθεί, επειδή πίστεψε ότι η χριστιανική πίστη ήταν η πιο αληθινή. Ο ιερέας τότε τον συμβούλεψε να πάει στα Ιεροσόλυμα να βαπτισθεί, γιατί αν το μάθαινε ο θείος του που ήταν βασιλιάς της Συρίας, θα τον σκότωνε και θα άρχιζε φοβερό διωγμό εναντίον των Χριστιανών. Έτσι λοιπόν ο Σαρακηνός πήγε στα Ιεροσόλυμα όπου υπήρχε άλλος ηγεμόνας και βαπτίστηκε από τον Πατριάρχη. Ύστερα μάλιστα από λίγες μέρες συμβουλεύτηκε τον Πατριάρχη τι έπρεπε να κάνει για να σωθεί. Τότε ο Πατριάρχης τον συμβούλευσε να γίνει μοναχός στο όρος Σινά. Έτσι και έγινε.

Ύστερα από τρία χρόνια πήρε άδεια από τον ηγούμενο του και έφυγε για να συναντήσει τον ιερέα του Αγίου Γεωργίου που τον είχε συμβουλεύσει να βαπτισθεί. Όταν έφτασε εκεί ο ιερέας δεν τον αναγνώρισε. Αφού του αποκάλυψε ποιος ήταν, του εξέφρασε την επιθυμία του να δει τον Χριστό. Ο ιερέας δόξασε τον Θεό και του είπε: «Πήγαινε παιδί μου στον θείο σου Αμιράν και ομολόγησε την πίστη σου τόσο σ' αυτόν όσο και σ' άλλους Σαρακηνούς». Ο μοναχός σαν τα άκουσε αυτά συγκινήθηκε και ξεκίνησε αμέσως να πάει στην πόλη, όπου ο θείος του ήταν άρχοντας. Όταν έφτασε εκεί, περίμενε να νυχτώσει και ανέβηκε στον μιναρέ του τζαμιού και άρχισε να φωνάζει: «Τρέξτε εδώ Σαρακηνοί, διότι θέλω να σας μιλήσω». Τότε οι Σαρακηνοί έτρεξαν με λαμπάδες και όταν είδαν τον μοναχό, ρώτησαν τι είχε να τους πει. Ο μοναχός τους είπε: «Με ρωτάτε τι έχω να σας πω; Λοιπόν σας ρωτώ: Πού είναι ο ανιψιός του Αμιράν που έφυγε κρυφά;» Εκείνοι του απάντησαν. «Αν μας πεις που βρίσκεται θα σου δώσουμε όσα λεφτά θέλεις». Ο μοναχός τους είπε: «Οδηγήστε με στον Αμιράν για να σας το πω».

Αφού άρπαξαν τον μοναχό, τον οδήγησαν με μεγάλη χαρά στον Αμιράν. «Αυτός ο μοναχός γνωρίζει που είναι ο ανιψιός σου», του είπαν. Ο Αμιράν τότε ρώτησε αν στ' αλήθεια ξέρει πού βρίσκεται. «Εγώ ο ίδιος είμαι. Όμως τώρα είμαι χριστιανός και πιστεύω στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο πνεύμα, τη μία θεότητα και ομολογώ ότι ο υιός του Θεού σαρκώθηκε από την παρθένο Μαρία και έκανε στον κόσμο μεγάλα θαύματα και αφού σταυρώθηκε και πήγε στους ουρανούς, κάθισε στα δεξιά του Θεού και Πατέρα και πρόκειται να έρθει ξανά για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς». 
Μόλις άκουσε αυτά ο θείος του Αμιράν του είπε: «Τι έπαθες ταλαίπωρε ανιψιέ μου, να αφήσεις το σπίτι σου, τα πλούτη σου, τη δόξα σου και να περπατάς περιφρονημένος σαν ζητιάνος; Επέστρεψε λοιπόν στη θρησκεία σου και παραδέξου τον προφήτη σου Μωάμεθ, για να επανέλθεις ξανά στην προηγούμενή σου κατάσταση». Ο μοναχός τότε του είπε: «Όσα καλά είχα όταν ήμουν Σαρακηνός, ήταν μερίδα του διαβόλου. Αυτό το τρίχινο φόρεμα μου είναι το καύχημα και ο πλούτος μου. Το Μωάμεθ που σας πλάνεψε και τη θρησκεία του, αποστρέφομαι εντελώς».

Σαν τα άκουσε αυτά ο Αμιράν είπε προς τους Σαρακηνούς που παρευρίσκονταν εκεί πως ο ανιψιός του είχε χάσει τα λογικά του και να τον διώξουν αμέσως από εκεί. Αυτό βέβαια το έκανε για να τον γλιτώσει από το νόμο που προέβλεπε θανατική ποινή στους υβριστές της θρησκείας. Εκείνοι μόλις άκουσαν τον Αμιράν είπαν: «Αφήνεις ελεύθερο αυτόν που ύβρισε τον προφήτη και τη θρησκεία μας; Ας αρνηθούμε και εμείς λοιπόν τη θρησκεία μας και ας γίνουμε χριστιανοί». Ο Αμιράν επειδή φοβήθηκε μήπως εξαγριωθεί ο όχλος περισσότερο, έδωσε την άδεια να τον κάνουν ότι θέλουν. Εκείνοι τον άρπαξαν και αφού τον οδήγησαν έξω από την πόλη τον λιθοβόλησαν, ενώ εκείνος προσευχόταν κι ευχαριστούσε τον Θεό, γιατί τον αξίωνε να μαρτυρήσει για το όνομά του. Αυτό ήταν το τέλος του θαρραλέου ομολογητή Σαρακινού.

Κάθε νύχτα πάνω από τον σωρό από τις πέτρες, φαινόταν ένα άστρο λαμπρό που φώτιζε τον κόσμο εκείνο. Οι Σαρακηνοί μάλιστα θαύμαζαν το γεγονός. Ύστερα από αρκετό καιρό ο Αμιράν έδωσε άδεια στους χριστιανούς να βγάλουν το Άγιο λείψανο του μάρτυρα από τις πέτρες και να το θάψουν. Όταν λοιπόν σήκωσαν τις πέτρες, βρήκαν το λείψανο «σώον και αβλαβές» να αναδίδει ευωδία. Αφού το προσκύνησαν με ευλάβεια, το ενταφίασαν με ύμνους και ψαλμωδίες προς τον Κύριο.

στ) Η κόρη του βασιλιά γλιτώνει από τον δράκοντα
Στην Ανατολική επαρχία της Αττάλειας, στην πόλη Αλαγία, βασίλευε κάποιος Σέλβιος που ήταν φοβερός διώκτης των χριστιανών. Είχε βασανίσει πολλούς Χριστιανούς για ν' αρνηθούν την πίστη τους και έπειτα τους φόνευε.

Κοντά στην πόλη υπήρχε ένας δράκοντας φοβερός που καθημερινά άρπαζε ανθρώπους ή ζώα και τα κατασπάραζε. Οι κάτοικοι είχαν πανικοβληθεί και απέφευγαν να περνούν από εκεί. Κάποτε ο βασιλιάς συγκέντρωσε στρατό και πήγε για να σκοτώσει το άγριο θηρίο. Όμως δεν τα κατάφερε και επέστρεψε άπραγος.

Όταν είδαν οι κάτοικοι ότι ο βασιλιάς απέτυχε να σκοτώσει τον δράκοντα, πήγαν να τον ρωτήσουν γιατί δεν μπόρεσε να βρει τρόπο να εξοντώσει το θηρίο. Ο βασιλιάς, ύστερα από συμβουλή που του έδωσαν οι ιερείς των ειδώλων, είπε στο πλήθος: «Γνωρίζετε ότι επιχειρήσαμε αρκετές φορές να σκοτώσουμε το θηρίο και δεν το κατορθώσαμε, γιατί έτσι ήταν το θέλημα των θεών. Τώρα λοιπόν, σύμφωνα με την εντολή τους, θα πρέπει ο καθένας μας να στέλνει το παιδί του για να το τρώει ο δράκοντας. Ακόμα και εγώ θα στείλω τη μοναδική μου κόρη, όταν έρθει η σειρά της». Έτσι λοιπόν, ο λαός υπάκουσε στη διαταγή του βασιλιά, καθώς δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Έστελναν τα παιδιά τους με δάκρυα και με θρήνους προς το θηρίο, το οποίο τα καταβρόχθιζε.

Όταν ήρθε η σειρά της κόρης του βασιλιά, ξετυλίχθηκαν τραγικές σκηνές. Ο βασιλιάς κτυπούσε το στήθος του και το πρόσωπό του, τραβούσε τα γένια του και με λυγμούς έλεγε: «Αλίμονο σε μένα τον ταλαίπωρο! Τι να πρωτοκλάψω γλυκό μου παιδί; Το χωρισμό μας ή τον ξαφνικό σου θάνατο που θα δω σε λίγο; Τι να πρωτοθρηνήσω, αγαπημένο μου παιδί, το κάλλος σου ή τον τρόμο που σε λίγο θα νοιώσεις, όταν θα σε κατασπαράζει το θηρίο; Αλίμονο, κόρη μου που έλαμπες σαν πολύφωτη λαμπάδα στο παλάτι μου και περίμενα την ώρα που θα γιόρταζα τους γάμους σου. Πού θα βρω πια παρηγοριά και πώς θα ζήσω μακριά σου; Τι την θέλω τη ζωή και τα παλάτια χωρίς εσένα;» Αυτά έλεγε ο απαρηγόρητος βασιλιάς. Έπειτα γύρισε προς το πλήθος και είπε: «Αγαπητοί μου φίλοι και άρχοντες, σας ζητώ να με συμπονέσετε. Σας προσφέρω πλούτη όσα θέλετε και ακόμα τη βασιλεία μου, αλλά να μου κάνετε μια χάρη. Να μου χαρίσετε το μονάκριβο παιδί, αλλιώτικα αφήστε και εμένα να πάω μαζί της». Κανένας όμως δεν συγκινήθηκε από τα λόγια του βασιλιά, γιατί αυτός ήταν που είχε βγάλει τη διαταγή που οδηγούσε τα παιδιά σε ένα οικτρό τέλος. Έτσι με μια φωνή όλοι του είπαν, πως έπρεπε να εφαρμοστεί και στο παιδί του η δική του διαταγή.

Καθώς δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά ο βασιλιάς, τη συνόδευσε μέχρι την πύλη της πόλης. Αφού την αγκάλιασε και τη φίλησε, την παρέδωσε στους ανθρώπους για να την οδηγήσουν στη λίμνη. Εκεί οι άνθρωποι την άφησαν και έφυγαν. Ο λαός έβλεπε μέσα από τα τείχη την κόρη που καθόταν κοντά στην λίμνη και περίμενε να έλθει το θηρίο για να την κατασπαράξει.

Εκείνο τον καιρό ο Μέγας Γεώργιος που δεν είχε ακόμη ομολογήσει τη χριστιανική του πίστη, ήταν κόμης και αρχηγός στρατιωτικής μονάδας στο στράτευμα του Διοκλητιανού. Επέστρεφε στην Καππαδοκία από μια εκστρατεία που είχε κάνει μαζί με τον Διοκλητιανό. Από Θεού θέλημα πέρασε από τη λίμνη. Βλέποντας το νερό, θέλησε να ποτίσει το άλογο του και να ξεκουραστεί και ο ίδιος. Όταν είδε την κόρη να κλαίει ασταμάτητα και να διακατέχεται από αγωνία και τρόμο, την πλησίασε και την ρώτησε γιατί κλαίει και ποιος ήταν ο λόγος που την παρακολουθούσε ο λαός μέσα από τα τείχη. Η κόρη του είπε ότι αδυνατούσε να του διηγηθεί τα όσα συνέβησαν και τα όσα επρόκειτο να συμβούν και τον παρακάλεσε να καβαλήσει το άλογό του και να φύγει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, γιατί κινδύνευε να χάσει τη ζωή του και ήταν τόσο νέος και ωραίος. Ο Άγιος επέμενε να μάθει τι της συνέβαινε. Αυτή τότε του είπε: «Είναι μεγάλη η ιστορία κύριε μου και δεν μπορώ να σου τα αφηγηθώ όλα με λεπτομέρειες. Μόνο σου λέω και σε παρακαλώ να φύγεις τώρα αμέσως για να μην πεθάνεις άδικα μαζί μου». Ο Άγιος της απάντησε: «Πες μου την αλήθεια, γιατί κάθεσαι εδώ και ορκίζομαι στον Θεό που πιστεύω εγώ, πως δε θα σε αφήσω μόνη, αλλά θα σε ελευθερώσω από τον θάνατο, αλλιώτικα ας πεθάνω και εγώ μαζί σου».

Τότε η κόρη αναστέναξε πικρά και διηγήθηκε στον Άγιο τα όσα συνέβησαν. Αφού άκουσε εκείνος τα γεγονότα, ρώτησε την κόρη: «Σε ποιο Θεό πιστεύουν ο πατέρας σου και η μητέρα σου και ο λαός;» και εκείνη του αποκρίθηκε: «Πιστεύουν στον Ηρακλή και στη μεγάλη θεά Άρτεμη». Ο άγιος τότε της είπε: «Από σήμερα να μη φοβάσαι ούτε να κλαις. Μόνο πίστεψε στον Χριστό που πιστεύω εγώ και θα δεις τη δύναμη του Θεού μου». Η βασιλοπούλα απάντησε στον Άγιο: «Πιστεύω κύριε μου, μ' όλη μου την ψυχή και μ' όλη μου την καρδιά». Ο Άγιος συνέχισε: «Έχε θάρρος στον Θεό που δημιούργησε τον ουρανό και την γη και τη θάλασσα, διότι ο Χριστός πρόκειται να καταργήσει τη δύναμη του θηρίου και θα ελευθερωθούν όλοι οι κάτοικοι του τόπου αυτού. Μείνε λοιπόν εδώ και μόλις δεις το θηρίο να έρχεται, φώναξέ μου».

Τότε ο Άγιος έκλεινε τα γόνατα του στη γη και αφού σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό, προσευχήθηκε και παρακάλεσε τον Θεό να τον βοηθήσει να υποτάξει το φοβερό Θηρίο, ώστε να γνωρίσουν όλοι πως υπάρχεις μαζί μου και πως είσαι ο μόνος αληθινός Θεός. Τότε ακούστηκε μια φωνή από τον ουρανό που του είπε πως εισακούστηκε η δέησή του. Μόλις τελείωσε την προσευχή του ο Άγιος, φάνηκε το άγριο θηρίο.

Τότε ο Άγιος έτρεξε για να το συναντήσει. Ήταν φοβερό και έβγαζε από τα μάτια του φωτιά.  Αμέσως ο Άγιος έκανε το σταυρό του και είπε: «Κύριε ο Θεός μου, ημέρεψε για χάρη μου, που είμαι δούλος σου, το θηρίο αυτό για να πιστέψει ο λαός στο όνομα Σου το Άγιο». Έτσι και έγινε. Ο φοβερός δράκοντας, με τα μεγάλα δόντια, έπεσε στα πόδια του αλόγου του Αγίου. Μόλις η βασιλοπούλα είδε το θέαμα, ένοιωσε χαρά μεγάλη. Ο Άγιος της είπε: «Βγάλε τη ζώνη σου και δέσε με αυτή τον δράκοντα από τον λαιμό». Αμέσως τότε η κόρη άφοβα έβγαλε τη ζώνη της, έδεσε τον δράκοντα και ευχαριστούσε τον Άγιο που την γλίτωσε από τον βέβαιο θάνατο. Ο Άγιος αφού ανέβηκε στο άλογο του, είπε προς την βασιλοπούλα: «Σύρε τον δράκοντα με τη ζώνη σου μέχρι την πόλη».

Όταν είδαν οι κάτοικοι το παράξενο θέαμα, την κόρη δηλαδή να σέρνει δεμένο τον δράκοντα, τράπηκαν σε φυγή. «Μη φοβάσθε, σταθείτε και θα δείτε την δόξα του Θεού και τη σωτηρία σας» τους είπε ο Άγιος. Τότε σταμάτησαν όλοι απορημένοι και περίμεναν να δουν τι θα τους δείξει. Τους προέτρεψε λοιπόν να πιστέψουν στον αληθινό Θεό και αυτοί δέχτηκαν με χαρά. Αφού σήκωσε το χέρι του κτύπησε με το ακόντιο τον δράκοντα και το φοβερό τέρας σκοτώθηκε. Έπειτα πήρε από το χέρι τη βασιλοπούλα και την παρέδωσε στον βασιλιά. Όλοι ένιωσαν μεγάλη και ανέκφραστη χαρά και αφού γονάτισαν, καταφιλούσαν τα πόδια του Αγίου και ευχαριστούσαν τον Πανάγαθο Θεό.

Ο Άγιος κάλεσε από κάποια πόλη της Αντιόχειας τον επίσκοπο Αλέξανδρο και βάπτισε τον βασιλιά, τους άρχοντες και όλο τον λαό. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες βάπτισε σαράντα πέντε χιλιάδες ανθρώπους.

Αφού λοιπόν βαπτίστηκαν όλοι και έγινε μεγάλη χαρά στη γη και στον ουρανό, έκτισαν και μια μεγάλη εκκλησία στο όνομα του Θεού. Ο Άγιος πήγε να τη δει. Μόλις μπήκε στο Άγιο βήμα και προσευχήθηκε, βγήκε πηγή αγιάσματος και σκορπίστηκε ευωδία στον ναό. Η πηγή αυτή σώζεται μέχρι σήμερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου