Τετάρτη 13 Αυγούστου 2025

O Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γουμενίσσης, Αξιουπόλεως & Πολυκάστρου κ. Δημήτριος: «Ένα θαύμα μπορεί να λύσει τα προβλήματά μας;».

ΣΤΑ ΟΡΙΑΚΑ ἀδιέξοδα ―εἴτε τῆς συλλογικῆς διαβίωσης εἴτε τῆς ἀτομικῆς ἐπιβίωσης― ἐκ παραδόσεως οἱ παλαιότεροι συνηθίσαμε νά τό πιστεύουμε, νά τό προσδοκᾶμε καί νά τό λέμε πώς “μόνον ἕνα θαῦμα μπορεῖ νά σώσει τήν κατάσταση”. 

Κάτι ἀπροσδόκητο καί ἀνέλπιστα ἀνατρεπτικό τῶν καταθλιπτικῶν φαινομένων καί δεδομένων.

Μέ ἕνα θαῦμα εἶναι δυνατόν νά ἐπιλυθοῦν ἤ καί νά διαλυθοῦν ἐπιτέλους τά προβλήματα τοῦ κόσμου καί τά προβλήματα τῆς δικῆς μας παρουσίας σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο;

Ἔστω κι ἄν εἰκόνες ἀπέλπιδες διατρέχουν σήμερα τήν διαδικτυακή ἐπικαιρότητα, ἡ αἴσθηση τῆς ἀτομικῆς ἀπόστασης ἀπό “τά πεδία βολῆς” τῶν προβλημάτων αὐτῶν ἀφήνουν τήν γενικῶς κουρασμένη κοινή γνώμη μᾶλλον ἀδιάφορη.

Ὅσο κι ἄν μέ τήν καθημερινή ἐνημέρωση γινόμαστε ἐγγύτατοι θεατές τραγωδιῶν ἀνά τήν οἰκουμένη, ὡστόσο δέν μᾶς συνεπαίρνει ἡ συνευθύνη περί τήν τραγικότητα τοῦ σημερινοῦ κόσμου. Συνευθύνη ἐκπολέμησης τῆς δραματικῆς ὄψης ἑνός τόσον ἀπολίτιστου πολιτισμένου κόσμου.

Ἐξ ἀντιθέτου φαντασιούμενη ἡ ἐκπληκτική “ἐπιστημονική συνείδηση” τοῦ ἴδιου αὐτοῦ συλλογικοῦ κόσμου, πού μπορεῖ κάποτε-κάποτε νά ἐπικαλεῖται τήν ἀπρόσμενη λογική ἑνός θαύματος, κατά βάθος ἔχει τήν ὑπεραισιόδοξη αὐτοπεποίθηση πώς ἕνα ἄλλης ὑφῆς “θαῦμα” ἐναπόκειται στίς δικές της μηχανιστικές δράσεις καί διαδράσεις.

Ἡ πολιτικο-οικονομική ἐν ὁλότητι καί ἡ ἐπιστημονική ἐν μέρει διαχείριση τοῦ συλλογικοῦ πολυμερισμένου πολιτισμοῦ προβάλλεται ―μέχρι πότε ἄραγε;― ὡς τό δικό μας ἀνθρώπινο “θαῦμα” κοσμοβελτίωσης, κοσμολύτρωσης, κοσμοσωτηρίας.

Ἀπ᾽ αἰώνων καί προπαντός σήμερα, αὐτό ἐθίζεται νά πιστεύει ἡ διαρρέουσα νοοτροπία τῆς διεθνισμένης πανανθρωπότητος· ἔστω καί ἄν ―συνειδητά εἴτε ἀσυνείδητα― διατηρεῖ κάποιες ἐπιφυλάξεις περί τήν ἀνθρώπινη “παντογνωσία” καί προσμένει ἄλλοθεν τήν ἀνάσωσή της καί ἰδεολογοποιεῖ τόσες αὐταπάτες ἤ καί νεοθρησκευτικές μεθοδεῖες διαφυγῆς.

Ὅσο παρατείνεται τό σχῆμα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, παρατείνονται καί οἱ ἄγονες ἀγωνίες τῆς ὅποιας μορφῆς ἐπιλύσεως τῶν προβλημάτων, τουτέστι τῆς βιουμένης φθαρτότητος καί νεκροποιοῦ κακότητος στό βάθος καί στήν ὄψη τοῦ κόσμου μας. Μερικοί φαντασιώνονται μιάν ἐπανεκκίνηση τοῦ κοσμικοῦ σχήματος, μιάν ἀναδημιουργία δεδομένων καί δυνατοτήτων.

Μέσα ἀπό τήν πολυεπίπεδη καί πολυμορφική λειτουργικότητα τοῦ κυρίαρχου πολιτισμοῦ καί τῶν προοπτικῶν μιᾶς παγκοσμιοποιημένης ἀνασυγκρότησης τῆς κοσμικῆς “φόρμας”…

Οἱ νεότερες γενιές ἐθίζονται πλέον σέ τέτοιες ἀντιλήψεις.

Μόνον προβλήματα πού συνθλίβουν τίς ἀντοχές ἐκ τοῦ σύνεγγυς διανοίγουν σέ μᾶς μιά μικρή ἤ μεγαλύτερη θύρα συναίσθησης τῆς εὐθύνης ἐπί τοῦ μεταβολισμοῦ τῶν ἀδιεξόδων.

Ἡ ἀληθινή μας πίστη στήν ἀποκάλυψη τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ μόνον αὐτή μπορεῖ νά μᾶς καταστήσει πραγματικούς συνεργούς.

***

Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ τοῦ ζῶντος Θεοῦ ὑπάρχει ὡς συλλογική παραδοχή, ὑποδοχή καί μέθεξη τῆς ἄκτιστης καί ἀπερινόητης ἀγάπης (ἀλλά) καί μεθεκτῆς φιλανθρωπίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.

Ἀσκεῖται καί χαίρεται γιά τό “θαῦμα” τῆς συνέργειας μαζί Του στήν παλινόρθωση τῆς ἱστορίας, στήν διανθρώπινη ἐπιπόθηση τῆς ἐσχατολογίας, στήν ἀνθρώπινη (προ)βίωση τῆς θεϊκῆς Του βασιλείας.

Ὁ κατοπτικός ρεαλισμός τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μέν ὁ ἴδιος περίπου κατοπτικός ρεαλισμός τοῦ κόσμου, ἀλλά καί τόν ὑπερβαίνει.

Πρόκειται γιά ρεαλισμό δεδωρημένης ἀνοιχτοσύνης στήν χάρη τοῦ Θεοῦ, πλήν ὅμως βαπτισμένο στό ἐνεργούμενο μυστήριο τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, μυρωμένο ἀπό τήν ἐνεργό παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, παρρησιασμένο “εἰς τήν εἴσοδον τῶν ἁγίων ἐν οὐρανοῖς” πού δέν εἶναι ἄλλη ἀπό τήν χριστολογική υἱοθεσία τῆς ἀσημαντότητάς μας ἀπό τόν Τριαδικό Θεό.

Πρόκειται γιά τό μόνο κυριολεκτούμενο θαῦμα, πού μπορεῖ νά μᾶς σώσει θεολογικά καί ἱστορικά.

Γιά τό χριστολογικό θαῦμα πού μᾶς ἀποκαλύφθηκε καί μᾶς χαρίστηκε, ὥστε μετεχόμενο καί βιούμενο νά μᾶς σώζει.

Περί αὐτοῦ μᾶς ὁμιλεῖ (καί) ἡ σημερινή Κυριακή ―τί σύμπτωση κι αὐτή!― ἡ ὄγδοη Κυριακή τοῦ Ματθαίου, προεόρτια τῆς ἀποκαλυπτικῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως καί προμήνυμα τῆς σωτηριώδους Σταυρώσεως (Ματθ. 14:14-22).

Τό θαῦμα τῆς διατροφῆς τῶν πεντακισχιλίων, προκήρυγμα τῆς θείας μεταλήψεως, προφανέρωση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ μυστηρίου. Ἕνας λαός πού πεινᾶ καί διψᾶ γιά τόν Θεό του, καί ὁ Θεός σαρκωμένος πού προσφέρει καί προσφέρεται, διαδίδεται καί μετέχεται διά τῆς Ἐκκλησίας.

***

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ μας “σπλαχνίζεται” τόν πολύ λαό πού τόν περιβάλλει σ᾽ ἐκείνην τήν συγκυρία καί ἀντιπροσωπεύει ὅλο τόν δικό Του θεόκτιστο κόσμο.

Ἕνα λαό πού θεοκτίστως ἐπιποθεῖ μέν τήν προφητευμένη θεϊκή σωτηρία ἀπό αὐτήν τήν μοναδική ἱστορική ἀποκάλυψη τοῦ σαρκωμένου Θεοῦ.

Ἕναν κόσμο πού νιώθει (ὅσο δύναται) καί λαχταρᾶ νά προσλάβει (ὅσο αἰσθαντικότερα θά μποροῦσε) ὄχι μιά κάποια σωτηρία, ἀλλά τόν μοναδικό του σωτήρα Θεό.

Καί ὅμως! Ἐνῶ Τόν ἔχει μπροστά του, δέν ἔχει τήν ἑτοιμότητα νά Τόν ὑποδεχθεῖ ἀληθινά οὔτε καί τήν ὡριμότητα νά Τόν προσλάβει ὁλότελα.

Ὁ μέν Θεός δέν προσφέρεται “ἐν μέτρῳ”, ἀλλά ὁ ἐλεημένος αὐτός θεόκτιστος κόσμος (ζύμη καί ποιότητα, γεγονός καί ἀπεικόνισμα τῆς πανανθρωπότητος) δέν ἔχει ἐκείνη τήν Δαβιδική ἑτοιμότητα καρδιᾶς, ὥστε νά προσδεχθεῖ τήν μοναδική σαρκωμένη αὐτοαποκάλυψη τοῦ Θεοῦ του.

Ὁ Χριστός σπλαχνίζεται αὐτόν τόν κόσμο πού ἐκπεσών τῆς πατρικῆς ἀγκάλης ἀσωτεύει στήν ἐνιστορία τῆς ἐμπαθοῦς καί ἐπικήρου ζωῆς.

Ὁ Χριστός τρέφει τίς πνευματικές προσδοκίες καί τίς βιολογικές χρεῖες ἐκείνου τοῦ πλήθους πού ὅμως δέν ἐννοεῖ νά κοινωνήσει μέ αὐτόν τοῦτον τόν Θεό τοῦ Μωυσῆ, ὅπως πρίν τόσους αἰῶνες οἱ πρόγονοί του δέν εἶχαν κατορθώσει νά ταυτισθοῦν οὔτε κἄν μέ τήν πιστότητα τοῦ Μωυσῆ στόν Ὄντα.

Ἡ μεγαλύτερη τραγικότητα ἐκείνου τοῦ πλήθους (καί τῆς πανανθρώπινης πληθύος) ἦταν, εἶναι καί παραμένει ἡ ἐλευθεριότητα τῆς ἐκπτωτικῆς μας αὐτοδιαχείρισης, ἡ ἐθελούσια ἀγνωσία μας γιά τόν Θεό, κι ἄς ἀποκαλύφθηκε στά μέτρα μας μέ μιάν ἀποκάλυψη ἱστορικῆς διάρκειας (τῆς ἁγιοπνευματικά ἐκκλησιαστικῆς θεανθρωπικῆς παρουσίας Του).

***

ΛΙΤΗ, λιτότατη ἡ καταγραφή τοῦ Ματθαίου (τί νά πρωτογράψει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής!) μᾶς παρουσιάζει μιάν εἰκονιστική αἴσθηση τοῦ κόσμου, τοῦ κόσμου μας.

Ἐνῶ εἶναι θεόκτιστος κόσμος τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένει νά παραμένει κόσμος τοῦ… ἑαυτοῦ του, κόσμος τοῦ ἐκπτωτικοῦ αὐτοπροσδιορισμοῦ του.

Ἀπό αὐτήν τήν ἀλλοτρίωση ἀπομένει μόνο μιά μικρή ζύμη, οἱ Μαθητές, πού ἐπιβιβάζονται σέ πλοῖο γιά τήν ἀπέναντι ἀκτή τῆς λιμνοθάλασσας, τό σχετικά μικρό ποίμνιο τῆς διαιώνισης, ὁ πολύς λευχειμονῶν ὄχλος τῆς Ἀποκάλυψης.

Στή συγκεκριμένη διήγηση τοῦ θαύματος, ὁ θρεμμένος πολύς κόσμος δέν ἔχει τήν τόλμη νά μαθητεύσει στόν ἀποκαλυπτόμενο Θεό σέ διάρκεια χρόνου. Καί διαχωρίζεται. Ὅπως, μετά ἀπό λίγο διάστημα, θά τό ἐπαναλάβει πιό τραγικά ἕνας ἄλλος ἤ καί ἀνάμεικτος ὄχλος, τροπιάζων ἀπό τά πανηγυρικά “ὠσαννά” στά κραυγαλέα “σταύρωσον”.

Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης θά ἀποτιμήσει μέ περισσότερες ἐξηγήσεις τήν διαφορότητα, στήν ἐκτενέστατη ἀγωνιώδη προσευχή τῆς Γεθσημανῆ.

Μέσα ἀπό τά λόγια αὐτῆς τῆς προσευχῆς (τῆς ἐκκλησιάζουσας αὐτοαποκάλυψης τοῦ Χριστοῦ), ὁ Ἰωάννης θά μιλήσει γιά ἕνα θεολογικό θαῦμα πού ὅμως θά καρποφορηθεῖ μετά τήν σταύρωση καί χάρη στήν σταύρωση, μέ ἐναργέστερη Τριαδική παρέμβαση στήν πορεία τῆς ἐκκλησιαστικῆς συγκρότησης χάρη στήν ἐνεργό πλέον δράση τοῦ ἄλλου Παρακλήτου.

Ὁ κόσμος ἐθελούσια προτιμᾶ νά κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ. Ἡ ἱστορία μεταξύ ἐκκλησίας καί κόσμου εἶναι μιά μακρά διαλεκτική πορεία, ἑκατέρωθεν ἀντιθετικῆς θεολογικῆς πιστοποίησης. Μιᾶς ἑκατέρωθεν διαλεκτικῆς πιστοποίησης πού διαπορεύεται τήν παράλληλη ἐνιστορία, χωρίς νά ἐξαντλεῖται οὔτε στήν παπυρική της συγγραφή οὔτε στήν ἠλεκτρονική της καταγραφή καί ἀλγοριθμική ἐξεργασία. Παραμένει ἀνοικτή στήν χριστολογική της ἐσχατολογική ἀνάκληση καί κρίση.

Οἱ μαθητές ἀναγνωρίζουν ὅτι ὁ Κύριος θεώνει τό ἀνθρώπινό Του πρόσλημμα, γιά νά τό χαρίσει διαρκές ἀληθινό ἁγίασμα (ἐκκλησιαστικό διάσωσμα, θέωμα) τοῦ κόσμου.

Ἡ διατήρηση αὐτοῦ τοῦ θεανθρώπινα θεϊκοῦ Τριαδικοῦ δώρου ―αὐτοῦ τοῦ θεανθρώπινα θεϊκοῦ Τριαδικοῦ θαύματος― δέν μπορεῖ ἀλλιῶς νά κρατηθεῖ, παρά μόνο ἄν μᾶς κρατάει ὁ Θεός σέ μιάν ἑνότητα ἁγιασμοῦ μαζί Του. Καί αὐτό ἀκριβῶς συντελεῖται μέ τήν ἐναργέστερη ἱστορική δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο, διά τοῦ “δρόμου” τῆς ἱστορικῆς Χριστολογικῆς θεανθρωπήσεως.

Εἶναι τό μόνο θαῦμα πού μπορεῖ νά σώσει (καί σώζει) τόν κόσμο.

***

ΑΥΤΟ τό θαῦμα μπορεῖ καί… δέν μπορεῖ νά τό νιώσει ὁ κόσμος.

Ἀποθαυμάζει τούς Ἁγιο-Παϊσίους τῆς Ἐκκλησίας, ἀναγνωρίζοντας σ᾽ αὐτούς τήν ἀπολεσμένη αἴσθηση τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Χριστοῦ.

Ἀποθαυμάζει τούς Ἁγιο-Παϊσίους τῆς Ἐκκλησίας, ζώντας σ᾽ αὐτούς τό μυστήριο τῆς ἐνεργοῦ δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Ἀποθαυμάζει τούς Ἁγιο-Παϊσίους τῆς Ἐκκλησίας, κατανοώντας μέ τήν “μέσα καρδιά” του ὅτι ἐκεῖνοι μέν ζοῦν “ἐν τῷ φωτί” τῆς θεϊκῆς Τριαδικῆς δωρεᾶς καί γιαυτό φιλανθρωπεύονται τόσο γενναιόδωρα, τόσο ἀληθινά, τόσο θαυμαστικά.

Ἀποθαυμάζει τούς Ἁγιο-Παϊσίους τῆς Ἐκκλησίας, καθώς διαπιστώνει νά ἐπαναλαμβάνεται ἀναλογικά καί στό δικό τους βιολογικό παρόν τό Παντοκρατορικό θαῦμα τῆς αἰσθητῆς παρουσίας, εὐσπλαχνίας καί τροφοδοσίας τοῦ Κυρίου πρός τούς πεντακισχιλίους.

Ἀποθαυμάζει τούς Ἁγιο-Παϊσίους, καθώς διαβλέπει τόσο ἄμεσα καί τόσο ἀνεξήγητα ὅτι φιλοτιμήθηκαν νά ἀποτελοῦν τήν “μικρή ζύμη” τοῦ κόσμου, τοῦ κόσμου κάθε προέλευσης καί κάθε πονεμένης ἤ ἀπεγνωσμένης χρείας.

Ἀποθαυμάζει τούς Ἁγιο-Παϊσίους τῆς ᾽Εκκλησίας, διότι τό βιώνει πώς ἡ Ἐκκλησία γεννᾶ, ἀνατρέφει, καλλιεργεῖ, ἁγιάζει, ἀναδεικνύει, ἀναγνωρίζει Ἀρσενίους καί Παϊσίους.

Κι ἐνῶ τό βλέπει μπροστά στά μάτια του αὐτό τό θαῦμα τῆς χριστοσωτηρίας καί τοῦ χριστοαγιασμοῦ τῶν Ἁγιο-Παϊσίων (καί ὄχι μόνο), ταυτόχρονα ὁ κόσμος ἐπιλέγει τήν αὐτοαναφορικότητα, τήν ἐγωκαλλιέργεια, τήν ἐγωπαθογένεια, τήν ἐγωεξασφάλιση, δηλαδή μιάν ἄλλη “μινιμαλιστική διαδρομή”, ἕνα διαφορετικό δρόμο ἀπό τήν πίστη στόν Θεό τῶν Παϊσίων.

Ὁ κόσμος μας (δηλαδή ἡ πλειονότητα τῶν ἀνθρώπων) ζεῖ “τόν ζόφο τῶν καρδιῶν”, “τά σκότη τῆς ψυχῆς”.

Ἀκόμη κι ὅταν βλέπει Ἁγιο-Παϊσίους (εἴτε στά χρόνια του εἴτε προβαλλόμενους στά ἄμεσα μετάχρονά του), ἀποζητᾶ ἀπό τόν Θεό τήν σιγουριά τῆς ἐξασφάλισης τῆς (μικρῆς ἤ μεγάλης) κοσμικότητάς του.

Θέλει τήν ἐπανάπαυση τῆς προσωρινῆς του βόλεψης ὑπέρ τήν εἰλικρινή καρδιακή ἐπιστροφή καί ἀληθινή ἐκκλησιαστική βίωση τοῦ Χριστοῦ.

Τό βλέπουμε αὐτό στήν πλειονότητα τῶν ἐπισκέψεων (εἴτε ἁπλῶν εἴτε σπουδαίων) σέ τόπους ἁγιασμοῦ, σέ τόπους μετανοίας, σέ τόπους ὁλοκάρδιας ἐπιποθήσεως τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἐπικαιρότητα τοῦ κόσμου (τοῦ κόσμου μας), αὐτή πού ἀναπαράγεται καί ἀναπροβάλλεται ὡς ἦθος ζωῆς σήμερα, αὐτή ἡ φρούδη ἐπικαιρότητα τόσων κακιῶν καί παθῶν, βλέπει τήν κονίστρα τῶν Ἁγιο-Παϊσίων μονάχα ὡς θρησκευτικό πολιτισμικό τουρισμό. Καί ὄχι ὡς τόπο καί τρόπο καί χρόνο ἁγιασμοῦ, δηλαδή μεθέξεως τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

Ἔχουμε μιάν ἀναλογική ἐπανάληψη τῆς περιγραφόμενης προσεγγίσεως ἐκείνου τοῦ λαοῦ πρός τόν Χριστό μας, πού τούς ἔθρεψε.

***

Ο ΧΡΙΣΤΟΣ μᾶς εὐσπλαχνίζεται ὅλους. Μέ τήν ἐνανθρώπησή Του καί τήν ἐνεργό δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δημιούργησε, δηλαδή σωματοποίησε τήν ἐκκλησιαστική ἑνότητα, χαρίζοντας σέ ὅλο τόν κόσμο τήν ἐνιστορική εὐχέρεια τῆς ἀληθινῆς πίστης, τῆς λυτρωτικῆς συμμετοχῆς, τῆς σωτήριας κοινωνίας.

Ἡ Ἐκκλησία πού γεννᾶ Ἁγιο-Παϊσίους ἀνά τούς αἰῶνες (καί γιά τήν αἰωνιότητα) εἶναι τό λυτρωτικό καί σωτήριο θαῦμα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιά τήν τραγικότητα τῆς πανανθρώπινης ἐνιστορίας.

Ὄχι πώς δέν ὑπάρχουν στίγματα ἀλλοτρίωσης, μεταπτώσεις ἤ καί ἀποπτώσεις στίς δικές μας ἀνθρώπινες συμμετοχές.

Τό Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα (Α΄ Κορ. 1:10-17) τῆς Κυριακῆς Η΄ Ματθαίου δέν εἶναι λιγότερο “στηλιτευτικό” ἀπό τήν στάση τοῦ κόσμου ἔναντι τοῦ Χριστοῦ μετά τήν θαυμαστή διατροφή του.

Ἔριδες καί παρατάξεις καί σχίσματα δέν ἔλειψαν οὔτε τότε, στήν πρώτη-πρώτη ἐνθουσιώδη ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας. Οὔτε καί θά λείψουν.

Δοκιμάζεται ἐπ᾽ αὐτῶν ἡ ποιότητα τῆς ἐλευθερίας μας στό δύσκολο ἐκκλησιαστικό ἄθλημα συμπρόσληψης τοῦ Χριστοῦ ἀπό μᾶς ἤ τῆς ἀναιδοῦς ἀπαίτησης πρόσληψης τοῦ αὐτοαναφορικοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπό τόν Χριστό.

Ὅμως, ἐμεῖς θά σταθοῦμε ἀντιμέτωποι μέ τήν εἰκονιζόμενη θέα τοῦ μεταμορφωθέντος Κυρίου, ἐν μέσῳ Προφητῶν καί Ἀποστόλων, καί στό ἱστορούμενο ἄκουσμα τῆς αὐτοαποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ ὡς Πατρός τοῦ ἀγαπητοῦ (μοναδικοῦ) Υἱοῦ Του.

Τήν παγκοσμιότητα αὐτοῦ τοῦ θαύματος θά τήν γιορτάσουμε κι ἐφέτος μέ τήν ἑορτή τῆς θείας Μεταμορφώσεως.

Σέ ὅλους τούς βίους τῶν Ἁγίων, τά παλαιότερα καί τά νεότερα συναξάρια (καί οἱ ὑμνολόγοι) τῆς Ἐκκλησίας καταγράφουν (εἴτε ἐξυμνοῦν) τόν ἁγιασμό, τήν θέωση, τήν χριστοποίηση τῶν Ἁγίων, τήν μετάνοια τῶν ἁμαρτωλῶν, τόν φωτισμό τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ στίς καρδιές καί στή ζωή καί στά θαυμάσια τῶν Ἁγίων.

***

ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ, χάρη στήν ἐνιστορία τῶν Ἁγίων στίς συγκυρίες τῆς ἐποχῆς τους, διαπιστώνουμε ἐνδεικτικές παρεμβάσεις τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ.

Ἐνῶ ἡ ἱστορία κοσμικά φαίνεται μονότροπα ἐγκλωβισμένη στήν ἐπίκηρη γεηρότητά της, σέ ἀρκετές βιβλικές καί ἁγιολογικές στιγμές διαπιστώνουμε πώς τήν βαστάζει ἐξαρχῆς καί τήν οἰκονομεῖ τελικά ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ, φανερώνοντας ἐνίοτε ἀνάλογες ἐκβάσεις δεδομένων.

Πρότριτα γιορτάσαμε τούς μαρτυρικούς Μακκαβαίους, σήμερα ἑορτάζουμε τούς θεοφόρους Ἰσαάκιο, Δαλμάτο καί Φαῦστο ἐπί βασιλείας τοῦ ἀρειανόφρονα Οὐάλη. Οἱ πρῶτοι μαρτύρησαν γιά τήν Ἀβρααμική τους πιστότητα στό θέλημα τοῦ Θεοῦ τῶν Προφητῶν.

Οἱ δεύτεροι προειδοποίησαν τόν καταδυναστευτικό αὐτοκράτορα γιά τό βίαιο τέλος του, ἐπειδή ἐπέμενε στήν ὀλέθρια θρησκευτική του πολιτική. Οὔτε οἱ πρῶτοι οὔτε οἱ δεύτεροι ξαστόχησαν· ἔμειναν πιστοί στό Θεό τῆς ἀποκαλύψεως.

Καί οἱ δύο ἁγιολογικές ἀναφορές παραπέμπουν στή διαλεκτική κόσμου καί “μικρᾶς ζύμης”, ἕνα ἄθλημα ὅπου οἱ πάντες δοκιμαζόμεθα καί κρινόμεθα. Καί συναθλούμεθα πρός τίς ἑκάστοτε ἐπικαιρότητες, ἐνθαρρυνόμενοι ἀπό τούς Ἀναβαθμούς τῆς ἐκκλησιαστικῆς πορείας:

“Οἱ πεποιθότες ἐπί Κύριον ἐχθροῖς φοβεροί καί πᾶσι θαυμαστικοί· ἄνω γάρ ὁρῶσιν”.

“Ἐν ἀνομίαις χεῖρας αὐτῶν ὁ τῶν δικαίων κλῆρος, ἐπίκουρόν σε ἔχων, Σῶτερ οὐκ ἐκτείνει”.

“Ἁγίῳ Πνεύματι τό κράτος ἐπί πάντων, ὅπερ αἱ ἄνω στρατηγίαι προσκυνοῦσι σύν πάσῃ πνοῇ τῶν κάτω”.

“Κύριε, ἐξέγειρον τήν δυναστείαν σου καί ἐλθέ εἰς τό σῶσαι ἡμᾶς”.

• ζῶσα καί ἐνεργός πίστη: ἡ δική μας συμμετοχή στίς ἀνατροπές τῶν ἀδιεξόδων.

• μυστική, καί ὅμως παντοκρατορική θεία δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Ἐκείνου πού “κλωσσᾶ” τήν θεόκτιστη καί θεόσωστη οὐσιαστικότητα καί δημιουργικότητα τοῦ σύμπαντος κόσμου, τοῦ κόσμου Του (πού θέλησε καί θέλει νά τόν “μοιράζεται” μαζί μας ὥστε νά εἶναι “κόσμος μας”, πεδίο τῆς ἐγκόσμιας ὀντότητάς μας στήν ἐσχατολογική μας προοπτική).

• εὐχαριστιακό ἦθος τῆς ὅλης ζωῆς καί τῆς κοινωνικῆς διαμετοχῆς μας: τό δικό μας μερίδιο στό ἐσχατολογικό θαῦμα τῆς σωτηρίας, πού διαθέει ἀπό αἰώνων τήν ἱστορία.

Καί τήν διατρέχει αὐτό τό ἐσχατολογικό θαῦμα, ὄχι γιατί τό θέλουμε ἐμεῖς, ἀλλά τό θέλει ἡ δική Του δημιουργός, οὐσιοποιός, λογοποιός καί θεοποιός κυριότητα.

Σέ μᾶς ἀποκαλύφθηκε ἐν Κυρίῳ ἡ ἀποστολική ὀμορφιά τῆς χριστοποιημένης ζωῆς, συμμετοχή στό θαῦμα τοῦ Θεοῦ γιά τόν κόσμο, τόν κόσμο Του, τόν κόσμο μας.

† Ὁ Γουμενίσσης, Ἀξιουπόλεως καί Πολυκάστρου Δημήτριος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου